Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

ΠΑΛΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ


ΔΡΑΓΑΤΗΣ
Η λέξη δραγάτης σημαίνει αγροφύλακα, τον φύλακα των αγρών. Η αγροφυλακή υπήρξε θεσμός ο οποίος σκοπό είχε τη διαφύλαξη των αγροτικών κτημάτων, σε ορισμένη αγροτική έκταση.
Η αγροφυλακή ως υπηρεσία του κράτους οργανώθηκε με διάταγμα την 31 Δεκεμβρίου του έτους 1836. Σήμερα δε λειτουργεί, καταργήθηκε και μαζί μ’ αυτούς εγκαταλείφθηκαν και οι αγροί, τα αμπέλια, τα περιβόλια .
Ο αγροφύλακας ήταν το «μάτι της υπαίθρου» και ήλεγχε τα σημεία της δικαιοδοσίας του μέρα και νύχτα, από αγροζημιές, λαθραίους εισβολείς, παραβιάσεις απαγορευμένων καλλιεργειών. Έφτιαχνε το παρατηρητήριό του σε σημείο να έχει απόλυτο ορίζοντα και έλεγχο της περιοχής του.
Στην περιοχή του Λιδορικίου το ονομάζανε «δραγατσιά» και ήταν κατασκευασμένο από πλατύφυλλα δέντρα (πλατάνια κυρίως) και καναπίτσες.
Ο δραγάτης γυρνούσε τον τομέα ευθύνης του πάντα ντυμένος με τη στολή του και με κρεμασμένη στον ώμο του μια μεγάλη τσάντα.
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ
Ήταν ο άνθρωπος που διάβαζε τα γράμματα στους αγράμματους ανθρώπους του χωριού κυρίως, ή και της πόλης. Έτσι έπαιρνε το χαρτζιλίκι του. Άλλοτε έγραφε κι άλλοτε διάβαζε τα γράμματα που συνήθως τότε έστελναν οι μετανάστες της Αμερικής και οι φαντάροι.
Ο γραμματικός επίσης διάβαζε την εφημερίδα στο καφενείο κι όλοι παρακολουθούσαν να μάθουν νέα από το μέτωπο.
Για να ξέρει γράμματα ο γραμματικός, σήμαινε ότι ήταν πρώτον άνδρας, γιατί οι γυναίκες τότε δεν πήγαιναν στο σχολείο, και δεύτερον θα ήταν καλής οικογένειας.
Τότε υπήρχε το Ελληνοσχολείο, το Σχολαρχείο και το Δημοτικό.
ΝΕΡΟΥΛΑΣ
Ήταν ένας μεροκαματιάρης άνθρωπος που έβγαζε το ψωμί του, πουλώντας νερό στα σπίτια.
Μέχρι το 1960, τα υδραγωγεία δεν είχαν πάει νερό σε όλες τις γειτονιές. Έτσι,οινερουλάδες με ταβυτία τους περνούσαν από τους δρόμους και πουλούσαν νερό. Είχαν μόνιμους πελάτες και σπάνια τυχαίους. Όταν οι κοινότητες έκαναν τα υδραγωγεία και κάθεσπίτι συνδεόταν με το δίκτυο, έκλεινε τότε και μια πόρτα για τον νερουλά.
Το νερό το έπαιρνε από κοινοτικό κρουνό και πλήρωνε με το κυβικό. Στα σπίτια, τότε, το πουλούσε μια δεκάρα τον τενεκέ. Ένα σπίτι για να τα βγάλει πέρα, χρειαζόταν τουλάχιστο 10 τενεκέδες την ημέρα. Έναν τενεκέ για πόσιμο νερό, έναν για πλύσιμο από τον νιφτήρα. Έναν για την τουαλέτα, έναν για μαγείρεμα, έναν για πλύσιμο ρούχων κ.ά. Εάν στο σπίτι υπήρχαν επισκέπτες, η κατανάλωση βέβαια μεγάλωνε, όπως και το καλοκαίρι που η ζέστη δημιουργούσε μεγαλύτερη ζήτηση.
Ο πιο διάσημος νερουλάς της πατρίδας μας, ήταν ο γνωστός Ολυμπιονίκης ΣΠΥΡΟΣ ΛΟΥΗΣ. Βέβαια πέρασαν τα χρόνια, οι νερουλάδες άφησαν τα κάρα τους και χρησιμοποίησαν πλέον τις μηχανές, θα τις θυμάστε οι μεγαλύτεροι, αυτές με τις τρεις ρόδες, τέτοια τρίκυκλα κατέκλυσαν την πατρίδα μας μετά το 1940, ίσως υπάρχουν μερικά ακόμα!
ΠΑΓΟΠΩΛΗΣ
Για σύνεργα είχε τοκαρότσι, με το οποίο μετέφερε τον πάγο, την λαβίδα ή τσιμπίδα, με την οποία έπιανε τον πάγο και τον μεταφόρτωνε, από το φορτηγό στο καροτσάκι. Πολλοί φορούσαν και γάντια, για να μην παθαίνουν τα χέρια τους κρυοπαγήματα. Επίσης χρησιμοποιούσαν λινάτσες, πριονίδι ή άχυρο, για να αποφεύγουν τη γρήγορη τήξη-λιώσιμο του πάγου.
Οι άνθρωποι, από αρχαιοτάτων χρόνων, είχαν πρόβλημα με τη διατήρηση των τροφίμων. Ένα σφαχτό π.χ. δεν καταναλώνεται αυθημερόν. Έτσι για να διατηρηθεί και να παραμείνει περισσότερο χρόνο, το έβαζαν σε δροσερό μέρος. Είτε σε υπόγεια είτε σε σπηλιές, το κρέας αργούσε να βρωμίσει, δηλ. να αποσυντεθεί. Έτσι βρέθηκαν και τα καρυκεύματα και το αλάτι, που εκτός από τη νοστιμιά, προσφέρουν και συντήρηση.
Εκτός από τη συντήρηση, προστάτευαν τις τροφές και με το λεγόμενο «Φανάρι».
Τούτο ήταν σαν μεγάλο φανάρι, με τις πλευρές κατασκευασμένες από σήτα (κρησάρα).
Στο εμπόριο όμως οι ανάγκες ήταν πιο μεγάλες και οι παγοκολώνεςήταν αυτές που έδωσαν τη λύση. Η κατασκευή του πάγου γινόταν στα παγοποιεία, μερικά απ’ τα οποία λειτουργούν και σήμερα και παράγουν πάγο για τη συντήρηση των φρέσκων ψαριών ή κρεάτων.
Ο παγοπώλης μοίραζε τον πάγο στα σπίτια. Ανάλογα με τις ανάγκες του σπιτιού, οι νοικοκυρές έπαιρναν 1/4 την ημέρα, μισή κολώνα ή ολόκληρη αν είχαν κάποια γιορτή. Έτσι γέμιζαν καζάνια ή μπανιέρες με πάγο για να παγώσουν τις μπύρες, το κρασί κ.ά.
Ο παγοπώλης έσπρωχνε το μικρό καροτσάκι ή το τραβούσε ή το έσερνε κάποιο υπομονετικό γαϊδουράκι. Σταματούσε κάτω από το σπίτι, έσπαζε με το πριόνι τον πάγο, τον έπαιρνε με την τσιμπίδα και τον άφηνε στην πόρτα του σπιτιού. Από κει και πέρα τον έπαιρνε η νοικοκυρά μ’ ένα βρεγμένο πανί και τον τοποθετούσε στο πάνω μέρος του ξύλινου ψυγείου. Τα νερά που έτρεχαν προς τα κάτω, έψυχαν τις επιφάνειες (από λαμαρίνα) του ψυγείου κι έτσι διατηρούσαν τα φαγητά παγωμένα. Στο κάτω μέρος υπήρχε ο συλλέκτης των νερών, που γέμιζε κάποια στιγμή και πολλές φορές ξεχείλιζε. Τα νερά, οι νοικοκυρές, τα έριχναν στις αυλές (όχι βέβαια στα φυτά ή στα δέντρα).




« Ο εφημεριδοπώλης »
Ο πλανόδιος εφημεριδοπώλης ήταν ο επαγγελματίας που ασκούσε το επάγγελμά του χωρίς να έχει συγκεκριμένο μαγαζί. Παραλάμβανε τις εφημερίδες από τα Πρακτορεία Διανομής Τύπου και προωθούσε την καθημερινή κυκλοφορία του ελληνικού τύπου περπατώντας στους κεντρικούς δρόμους της πόλης το. Τις πουλούσε στους περαστικούς ή τις άφηνε στην είσοδο των σπιτιών των μόνιμων πελατών του.

(Κτυπά το κουδούνι. «Καλημέρα κυρ-Φάνη. Έφερα τις εφημερίδες.» Αφήνει
ένα πακέτο εφημερίδες στην πόρτα και φεύγει.)
Ο εφημεριδοπώλης των αρχών του 20ού αιώνα διαλαλούσε τη πραμάτεια του: το «Σκριπ», το «Άστυ», την «Ακρόπολη» και πολλές φορές ενημέρωνε για τα μεγάλα γεγονότα: «Εφημερίδες! Έκτακτο παράρτημα! Πόλεμος! Η Ιταλία μας κήρυξε τον πόλεμο! Από το πρωί εισέβαλε στη χώρα μας! Πόλεμος!»
Αποτελούσε μία από τις χαρακτηριστικές φιγούρες της γειτονιάς.
ΓΑΛΑΤΑΣ
Ο γαλατάς ήταν ιδιοκτήτης ζώων (αγελάδων, κατσικιών ή προβάτων) και πουλούσε το προϊόν του, απευθείας, ο ίδιος. Γαλατάς μπορούσε να ήταν κι εκείνος που δεν είχε δικά του ζώα, αλλά πουλούσε το γάλα που αγόραζε από τον παραγωγό.
Αυτός ξυπνούσε από τα χαράματα, για να αρμέξει τα ζώα. Έβαζε το γάλα μέσα σε μεγάλα δοχεία,με μεγάλο στόμιο, τα φόρτωνε στο ζώο και έτρεχε στις γειτονιές. Έτσι και χωρίς να ξυπνάει κανέναν, άνοιγε την μεγάλη πόρτα του σπιτιού ή την εξώπορτα και γέμιζε τοκατσαρολάκι, που είχε αφήσει εκεί η νοικοκυρά.
Το σκέπαζε με κάποιο βαρύ καπάκι, για να μην το κυλήσει κάποια γάτα και το πιει και κατόπιν έφευγε. Πληρωνόταν, με συμφωνία, κάθε βδομάδα ή κατά μήνα.
Η παραγωγή του ήταν μετρημένη, κι έτσι για να γίνει κάποιος μέλος, δηλαδή νέος πελάτης, έπρεπε να είχε τα μέσα. Πολλές φορές τύχαινε κάποια μάνα να ‘χει άρρωστο παιδί και να παρακαλάει τον γαλατά για λίγο γάλα κι αυτός να ‘ναι ανένδοτος και να μην της δίνει. Εάν της έδινε, δεν θα είχε για άλλο πελάτη (συμφωνημένο), κι ο καβγάς θα ήταν αναπόφευκτος.
Πριν τη διανομή του γάλακτος, συνέβαιναν πολλές μυστικές και παμπόνηρες διαδικασίες. Έτσι, άρμεγε το γάλα στη γαλομέτρα, για να ξέρει πόσο έβγαζε. Γέμιζε την καρδάρα και χτυπούσε το γάλα, με ειδικό χτυπητήρι, για να αφρίσει. Έπαιρνε με την τρυπητή κουτάλα, την πόχα όπως την έλεγαν, τον αφρό. Τον ζέσταινε σ΄ ένα δοχείο κι έτσι έβγαζε το γνήσιο βούτυρο. Τα υπολείμματα του αφρού, γίνονταν ωραίος μεζές, έτσι όπως τα τηγάνιζαν (στην Άνδρο, τα έλεγαν σίσιρα).
Αφού λοιπόν το γάλα ήταν άπαχο, γιατί ήταν αποβουτυρωμένο, έφτανε στον καταναλωτή ελαφρό και λάιτ, όπως το θέλουν μερικές σημερινές κυρίες. Επειδή πολλοί ήξεραν αυτή την μπαμπεσιά, ο γαλατάς, τους ξεγελούσε με λίγο χοιρινό λίπος, που έριχνε μέσα. Επίσης, αν το γάλα ήταν λίγο, ο γαλατάς το συμπλήρωνε από το …υδραγωγείο! Δηλαδή άρμεγε την …βρύση!
Οι γαλατάδες, που τα μαντριά τους ήταν μακριά από τις πόλεις, μάζευαν το γάλα σε δοχεία από χαλκό ή λαμαρίνα και τα τοποθετούσαν κατά μήκος του δρόμου και πάντα στη σκιά. Από εκεί το έπαιρνε ο έμπορος για το τυροκομείο.
ΤΡΟΧΙΣΤΗΣ
Ο άνθρωπος αυτός ήταν απαραίτητος στα σπίτια που είχαν για ακόνισμα μαχαίριαπριόνιακόσες, κόφτρες, τσεκούριαψαλίδια κι άλλα κοπτικά εργαλεία. Η δουλειά του ήταν να τα γυαλίζει και να τα ακονίζει μέχρι που να κόβουν, κατά το κοινώς λεγόμενο, την μύγα στον αέρα.
Τα σύνεργα του ακονιστή ήταν οτροχός κι οι ακονόπετρες. Ο τροχός ήταν σμυριδόπετρα, που έβγαινε στον Κόρωνο και σ’ άλλες περιοχές τηςΝάξου.
Αυτός λοιπόν ο τροχός ήταν ή από συμπαγή σμυρίδα ή από σμυριδόσκονη συμπιεσμένη. Τον τροχό αυτό ο τροχιστής τον είχε τοποθετημένο σε άξονα. Ο άξονας στηριζόταν σε 2 βάσεις. Οι 2 αυτές βάσεις ήταν στο μισό ύψος του ανθρώπου. Ο σμυριδοτροχός γύριζε, όταν ο τροχιστής με το πόδι κινούσε τον πατητήρα. Αυτός έδινε την κίνηση στον τροχό με το ίδιο σύστημα, που μια ραπτομηχανή κινεί τον τροχό που είναι δίπλα από τα βελόνια. Με την στροφή και κίνηση του τροχού, ο τροχιστής ακουμπούσε με κατάλληλη κίνηση το μαχαίρι στον τροχό.
Το ακόνι πάλι, που κρατούσε ο τροχιστής, ήταν μια πλάκα από σκληρή πέτρα που πάνω της έτριβε το μαχαίρι για να ακονιστεί.
Ο ακονιστής γύριζε στις γειτονιές και φώναζε: 
-Τροχόοοοος… τροχιστής. Εδώ ο καλός τροχιστής! (Τροχιστής ή τροχατζής)
ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ
Καλατζή-Καλαϊτζή-Κασσιτερωτή-Γανωματή. Όπως και να τον πούμε είναι ο ίδιος άνθρωπος. Είναι ο συντηρητής μαγειρικών σκευών. Είναι ο άνθρωπος με τα μουτζουρωμένα ρούχα, που είχε κρεμασμένη μια μεγάλη ανοικτή σακούλα στην πλάτη από λινάτσα ή καναβάτσα. Γύριζε στις γειτονιές φωνάζοντας: “ Ο γανωτήηηηης… Χαλκώματα γανώνωωω…”Μάζευε τα τετζέρια, τα κακκάβια, τα μικρά ή μεγάλα λεβέτια (καζάνια), τα τηγάνια κλπ. Τα μάζευε όλα σ’ ένα παλιό σπίτι συνήθως ακατοίκητο ή κάτω από κάποια ταράτσα. Εκεί έσκαβε μια γούβα στο χώμα και μέσα άναβε φωτιά. Δίπλα είχε την μασιά, την σιδεροστιά, το νέφτι, το καλάι και κομμάτια από παλιά σιδερικά για να βουλώνει καμιά τρύπα. Η δουλειά άρχιζε με τον χορό των ποδιών. Είχε σε μια σακούλα τριμμένη στουρναρόπετρα σαν άμμο. Ήταν το πιο κατάλληλο υλικό για τον καθαρισμό του σκεύους. Την έριχνε μέσα και μετά ξυπόλητος έμπαινε κι ο ίδιος μέσα στο καζάνι. 
Κρατιόταν από ένα σχοινί που είχε δέσει από την τράβα και χόρευε. Έτσι με τις ρυθμικές κινήσεις των ποδιών, η στουρναρόπετρα έτριβε το καζάνι κι εκείνο γυάλιζε. Μετά το σκούπιζε να φύγουν οι σκόνες. Έβαζε και λίγο νέφτι στα μέρη που δεν είχαν γυαλίσει.
Έλιωνε μετά τον κασσίτερο-μολύβι, σ’ ένα μπρίκι και το έχυνε στο καθαρισμένο σκεύος. Έπαιρνε πάντα με το χέρι και χωρίς γάντια το βαμβάκι κι έστρωνε το μολύβι στην επιφάνεια του δοχείου. Μετά έριχνε κρύο νερό και το καλάι πάγωνε στο σημείο που είχε στρωθεί. Εάν ήθελε να κάνει καλή δουλειά επαναλάμβανε το στρώσιμο πολλές φορές. Αφού τελείωνε το γάνωμα σ’ όλα τα σκεύη, άρχιζε τη μοιρασιά.
Οι γανωτζήδες ήταν συνήθως Ηπειρώτες. Είχαν κι ακόμη έχουν παράδοση στα χαλκώματα (τα γιαννιώτικα και τα σκυριανά ήταν τα πιο καλά).
ΑΓΩΓΙΑΤΗΣ
Ο αγωγιάτης είχε τον εαυτό του, το ζώο του κι αν θες και τον σκύλο του. Μετέφερε την σοδειά του γείτονα, όπως λάδι, σταφίδα, τα ξινά (όπως έλεγαν τα λεμονοπορτόκαλα…) κ.ά.. Έτσι αν κάποιος είχε μια καλή παραγωγή, φώναζε τους κατοίκους του χωριού ή και διπλανών χωριών, να πάνε με διπλή αμοιβή, να μεταφέρουν τα προϊόντα τους.
Φορτωμένο το άλογο προχωρούσε μπροστά και πίσω με τη λούρα ή τη βίτσα ο αγωγιάτης, φώναζε: Άντε ντέει……Αν ο αγωγιάτης δεν είχε λεφτά, περνούσε από κάποιο συγγενή ή μελλούμενο κουμπάρο. Ρούφαγε βιαστικά το ποτηράκι του, για να μη τον βλέπει το αφεντικό ή για να κερδίσει χρόνο. Αν προλάβαινε την ίδια μέρα, έπαιρνε κι άλλο αγώι, δηλ κι άλλο μεροκάματο.
Αν μπορούσε να συνδυάσει πολλά ταυτόχρονα δρομολόγια, για κοντινούς προορισμούς, κι αυτός κέρδιζε περισσότερα χρήματα και η μεταφορά στοίχιζε πιο φθηνά.
Άλλες φορές ο αγωγιάτης κουβαλούσε την παραγωγή του άλλου, μεκάρο ή αραμπά, αν είχε, για να πάρει αμοιβή βέβαια.
Η δυστυχία η μεγάλη ήταν άμα ψοφούσε κάποιο άλογο. Τότε ο ιδιοκτήτης και η οικογένειά του, ντύνονταν στα μαύρα. Έτσι πολλοί έκαναν έρανο, να ενισχύσουν την πληγείσα οικογένεια. Για να προλάβουν το κακό, οι νοικοκυραίοι έπαιρναν για τα σπίτια τους φοράδες και τις έβαζαν να γεννήσουν. Άλλοι πάλι πιο ευκατάστατοι είχαν και δεύτερο άλογο. Είχαν το καλό άλογο για όλες τις δουλειές και για τα πανηγύρια και είχαν και το μονό ή λοβό για δεύτερες και ασήμαντες εργασίες.
«Το αγώγι, λέγανε, ξυπνά τον αγωγιάτη». Αν δηλ. ο αγωγιάτης πληρωνόταν καλά, ξύπναγε από τα χαράματα.
Καραβάνια από άλογα και μουλάρια με παραγιούς και κρικόνια και αφεντάδες, οργανωμένοι στο ίδιο σινάφι, κουβαλούσαν εμπορεύματα απ’ άκρη σ’ άκρη. Οι Τούρκοι με μπουγιουρντί και οι Ενετοί με ειδικά διατάγματα, υποστήριζαν την τάξη των αγωγιατών κι έδειξαν ενδιαφέρον για τη φρούρησή της από τους ληστές, γιατί έτσι είχαν κέρδη από τους φόρους. Με τη σειρά τους οι πρωταγωγιάτες διατηρούσαν καλές σχέσεις με κλεφταρματωλούς. Έτσι και οι δυο έκαναν καλά τη δουλειά τους. Οι πρώτοι περνούσαν άφοβα τις βίγλες και τις κλεισούρες και οι καπεταναίοι προμηθεύονταν τα απαραίτητα και καλές πληροφορίες.


ΝΤΕΛΑΛΗΣ
Η ανάγκη του ντελάληέγινε αισθητή από τη στιγμή που κάποιο νέο έπρεπε να διαδοθεί σε πολλούς ανθρώπους. Έτσι βρέθηκαν άνθρωποι με βροντερή φωνή, που μπορούσαν να ακουστούν πολύ μακριά. Εκτός από τη φωνή, χρησιμοποιούσαν επίσης τα χέρια τους και διάφορα άλλα βοηθητικά μέσα: ένα χωνί ή κουδούνι ή σάλπιγγα ή άλλο ηχηρό μέσο που μπορούσε να κινήσει την προσοχή του κόσμου, που στη συνέχεια καθόταν να ακούσει το μαντάτο. Ανεβασμένος ο ντελάλης σε κάποιο πεζούλι ή μάνδρα φώναζε χαρακτηριστικά: Ακούσατε κύργοι και κυρίες……
Επειδή πολλά σχόλια λέγονταν μετά το άγγελμα του ντελάλη, δεν ήταν εύκολη η εξεύρεση τέτοιων προσώπων. Φυσικά και η αμοιβή έπαιζε μεγάλο ρόλο.
Σήμερα, συνήθως, οι θίασοι που περιοδεύουν, οι πολιτικοί με τις συγκεντρώσεις και τόσοι πλανόδιοι πωλητές, μας ξεκουφαίνουν με τα μεγάφωνα που τσιρίζουν πάνω σε αυτοκίνητα. Μας βάζουν ενδιάμεσα, για να προκαλέσουν το ενδιαφέρον μας, και δυο αμανέδες κι έτσι το πράγμα κατάντησε πληγή, παρά τη γραφικότητα που είχε κάποτε.
ΤΕΡΖΗΣ
Ο τερζής, λέξη τούρκικη, ήταν ο ράφτης των χονδρών μάλλινων υφασμάτων.
Πήγαινε σ’ ένα χωριό που τον καλούσαν κι έπαιρνε τα υφάσματα με το τραγόμαλλο, που έκαναν στοναργαλειό οι γυναίκες. Έπαιρνε τα μέτρα των ανθρώπων κι έκοβε κομμάτια.

Μετά έπαιρνε την σακοράφα κι έραβε τις κάπες ή καπότες, που φορούσαν οι βοσκοί κι άλλοι Έλληνες τον περασμένο αιώνα.
Δεν ήταν εύκολη η δουλειά του τερζή, λόγω του πάχους και της δυσκαμψίας που είχε τούτο το χονδρό ύφασμα. Ο φραγκοράφτης, αντίθετα, είχε να κάνει με λεπτά υφάσματα.
Η κάπα μετά το ράψιμο, ήθελε και ειδικό στρίφωμα για να μην ξεφτίσει. Χρησιμοποιούσε ειδικό εργαλείο, σαν τριπλή σαΐτα. Έτσι, όσο νερό και να έπεφτε πάνω της, ο τσοπάνος δεν βρεχόταν. Έκανε και τα διακοσμητικά σχέδια και τα κεντήματα που του ζητούσαν.
Σήμερα το επάγγελμα αυτό το συναντάμε μόνο σαν επίθετο ανθρώπων.
ΣΑΜΑΡΑΣ
Σαμαρίτης, σαμαρτζής ή σαγματοποιός είναι άλλες ονομασίες αυτού του επαγγελματία.
Πιο παλιά, οι πολεμιστές και οι διάφοροι ιππείς χρησιμοποιούσαν τη σέλα. Η σέλα, ας πούμε, ήταν μικρό σαμάρι, κατασκευασμένο σχεδόν όλο από δέρμα. Για να μην πληγώνεται το ζώο, από την επαφή της σέλας με το κορμί του, ενδιάμεσα χρησιμοποιούσαν διάφορα υλικά. Έβαζαν χονδρό πανί ή τσόχα ή τραγόμαλλο ή συνηθισμένο ψαθί ή σαμάκι.
Ο σαμαράς λοιπόν κατασκεύαζε τα σαμάρια ως εξής: Έπαιρνε από τον ξυλουργό διάφορα κομμάτια σανίδας ή άλλα ολόκληρα τεμάχια ξύλου και τα δούλευε μόνος του, να πάρουν το σχήμα που ήθελε.
Σκάλιζε το ξύλο με το σκαρπέλο, την πλάνη, το σκεπάρνι, το αρνάρι (ράσπα), τα τριβέλια και άλλα εργαλεία. Έτσι κάρφωνε τα μπροστινά και τα πισινά μέρη του σαμαριού, με τα παΐδια. Το άνοιγμα που έδινε στην κοιλιά του σαμαριού, ήταν ανάλογο με το σώμα του ζώου. Του έπαιρνε λοιπόν μέτρα, όπως και σε μας, που μας έκαναν, κάποτε, παπούτσια παραγγελία οι τσαγκάρηδες.
Επάνω στα μπροστινά και πισινά σανίδια κάρφωνε τα κολιτσάκια. Αυτά ήταν γάντζοι φτιαγμένοι από τον σιδηρουργό-γύφτο, για να κρεμούν σ’ αυτά διάφορα πράγματα, για την εργασία και την μεταφορά.
Επάνω λοιπόν σ’ αυτά τα χωνευτά ξύλα, έβαζαν διακοσμητικές προκαδούρες, μέχρι και χάντρες. Αφού λοιπόν έκανε όλο το σκελετό του σαμαριού, με ξύλο πλατάνου, συνήθως ετοιμαζόταν για το στρώμα που θα έμπαινε κάτω από τα σανίδια. Αυτή ήταν η στρώση. Έκανε πρώτα το πανί σαν σάκο με σαμαροσκούτι κι άρχιζε να κάνει το στρώμα, γεμίζοντας το στην ανάγκη με άχυρο. Συνήθως έβαζε το σαμάκι, που ήταν ειδικό ψαθί, σαν το σημερινό φίλτρο τσιγάρων. Το έραβε με τη σαμαροβελόνα, για να μην μετατοπίζεται και στη συνέχεια το προσάρμοζε πάνω στα σανίδια. Εκτός από την βελόνα, είχε την σακοράφα και τα σουγλιά. Ένα σαμάρι όμως δεν σταμάταγε εδώ.
Θέλει και τα κωλάνια ή μπαλντούμια, όπως τα έλεγαν σε τοπική διάλεκτο. Αυτά ήταν λουρίδες από σκληρό και χοντρό δέρμα που άρχιζαν από το σαμάρι, πήγαιναν στις περιφέρειες του ζώου και ξανά έσμιγαν με το σαμάρι. Αυτά, τώρα, για να μην πέφτουν, κατά την μετακίνηση, είχαν πάνω απ’ την ουρά του ζώου, ένα άλλο κωλάνι που τα συγκρατούσε.
Επιπλέον όλων αυτών, ήταν και η καταζώστρα ή σφίχτρα, που έζωνε το σαμάρι κάτω από την κοιλιά του ζώου. Η καπιστράνα ή κοινώς καπίστρι ήταν το φίμωτρο ή η κατασκευή από λουρίδες δερμάτινες, για να συγκρατούν το σχοινί που συγκρατούσε ο ιδιοκτήτης του ζώου. Εκεί στο κάτω μέρος της καπιστράνας, ήταν και η βάση, για να βάζουν χαυλιά στο στόμα του αλόγου. Με την χαυλιά, το ζώο δεν μπορούσε να μασήσει, γιατί του έδενε τη γλώσσα με την κάτω σιαγόνα. Μπροστά από την καπιστράνα, πήγαιναν, όπως και στα πλάγια, διάφορες φούντες για την ομορφιά του ζώου.


Αλμπάνης 
(από το τουρκικού nalbant, αλμπάνης = πεταλωτής): 
Τα πέταλα ήταν κάτι σαν σιδερένια παπούτσια που τοποθετούσαν στις οπλές των αλόγων, για να μη φθαρούν και για να διατηρούν τα ζώα την ευστάθειά τους κατά τις μεταφορές, ώστε να μην γλιστράνε. (Εξάλλου, μέχρι τη δεκαετία του ’60 όλες σχεδόν οι μετακινήσεις, εργασίες κλπ. γίνονταν με ζώα). Το πετάλωμα ή καλίγωμα, από τον αυτοδίδακτο πεταλωτή, γίνονταν κάθε τρεις ή έξι μήνες. Έδενε το ζώο και με την τανάλια έβγαζε τα παλιά πέταλα, έκοβε με το μαχαίρι το νύχι που περίσσευε και το καθάριζε. Ζέσταινε τα πέταλα και τα κάρφωνε προσέχοντας ώστε το καρφί να μπει στο ξερό μέρος του ποδιού για να μην πληγωθεί το ζώο. Τα καρφιά αυτά είχαν μεγάλο κεφάλι έτσι ώστε να προεξέχουν από την πατούσα του ζώου και να μη γλιστράει. Τα πέταλα ήταν σε διάφορα μεγέθη και τα κατασκεύαζαν από σίδερο. Το πετάλωμα γινόταν και στα τέσσερα πόδια του ζώου.  Τα πέταλα ήταν σιδερένια και κατασκευάζονταν χειροποίητα στο αμόνι, ενώ οι τεχνίτες που τα έφτιαχναν αναλάμβαναν ταυτόχρονα και το πετάλωμα των ζώων, που απαιτούσε μεγάλη εμπειρία και δεξιοτεχνία. Οι πεταλωτές συχνά ασκούσαν παράλληλα και το επάγγελμα του σιδερά, ενώ κάποιοι από αυτούς ήταν και πρακτικοί κτηνίατροι ή αναλάμβαναν και τον ευνουχισμό (μουνούχισμα) των ζώων.
Βαρελάς 
Ήταν τεχνίτης, ειδικός στην κατασκευή βαρελόσχημων και σκαφοειδών σκευών, που τα κατασκεύαζαν από ξύλο βελανιδιάς, καρυδιάς, καστανιάς ή δρυός. Το ξύλο περνούσε από ειδική επεξεργασία και μετά το έκοβαν σε λεπτές σανίδες, που βρέχανε για να παίρνουν εύκολα την κατάλληλη κλίση. Κατόπιν περνούσαν τα σιδερένια στεφάνια, τα χτυπούσαν με το ματσακόνι για να σφίξουν καλά και μετά τοποθετούσαν τους δυο επίπεδους πυθμένες.
ΜΑΜΗ
Η μαμή, όπου κι αν ήταν ή ό,τι κι αν έκανε, ήταν υποχρεωμένη από καθήκον, να τρέξει και να βοηθήσει την ετοιμόγεννη κι ανήμπορη γειτόνισσα, να ξεγεννήσει. Την ξάπλωνε στο δωμάτιο του σπιτιού κι αν το σπίτι ήταν ένα δωμάτιο, στην άκρη του σπιτιού ετοίμαζε με 2 λιόπανα το χώρισμα. Εκεί, αν ήταν και νύχτα, συνέπασχαν όλοι μαζί. Κανείς δεν κοιμότανε. Ήταν όλοι στο πόδι. Ο ένας να ανάψει τη φωτιά, ο άλλος την λάμπα, ο άλλος να ετοιμάσει τα ζωντανά κι ο άλλος να ετοιμάσει το φαγητό. Σωστός συναγερμός.
Η μαμή παρακολουθούσε και βοηθούσε ψυχολογικά την γυναίκα που θα γένναγε. Της άλλαζε στάσεις, της έσπρωχνε την κοιλιά και τέλος, μόλις άρχιζε να φαίνεται το παιδί, με χίλιες δυο προφυλάξεις, το τράβαγε σιγά-σιγά για να το βγάλει στο φως της μέρας.
Όταν έκοβε τον αφαλό, τον έδενε κόμπο ή με σχοινί, που το αποστείρωνε με χαλκό ή καυτό λάδι. Όσο για το ύστερο, που τώρα λέγεται πλακούντας, περίμενε τη φύση να το τακτοποιήσει. Το έκοβε με μεγάλη προσοχή και το έθαβε στη γη, για να μην το φάνε τα σκυλιά. Έβγαζε το μωρό και το σήκωνε ψηλά. Του καθάριζε τη μύτη και το φύσαγε να πάρει την πρώτη αναπνοή.
Ετοίμαζε το πρώτο μπάνιο, τα χαμομήλια και τα σκουτιά (=ρούχα) για να το τυλίξει. Η φασκιά σε πρώτο πλάνο. Οι οδηγίες έδιναν κι έπαιρναν.
Μετά τα γεννητούρια και εφ’ όσον όλα πήγαιναν καλά, η οικογένεια δώριζε στη μαμή ένα σαπούνι, ένα ψωμί και χρήματα.
Η μαμή του χωριού δεν ήταν υπεράνθρωπος. Ήταν μια απλή & αγράμματη γυναίκα, που έμαθε την τέχνη απ’ τη μάνα της κι απ’ τις γριές του χωριού. Το ίδιο πράγμα έκανε κι αυτή. Παρέδιδε τις γνώσεις της και τις εμπειρίες της, στις επόμενες.
ΚΤΙΣΤΗΣ ΦΟΥΡΝΟΥ
Το κτίσιμο ενός χωριάτικου φούρνουείναι μια εξειδικευμένη εργασία, που απαιτεί ειδικές γνώσεις και δεν είναι εύκολο να το κάνει ένας συνηθισμένος κτίστης. Θέλει λεπτομέρειες στην κατασκευή, γιατί δεν είναι εύκολο, από στατικής πλευράς, να σταθεί η καμάρα, που μοιάζει με το θόλο της εκκλησίας.
Ο τεχνίτης έπαιρνε τον διαβήτη και μετρούσε κάθε ένα κεραμίδι που τοποθετούσε και όλα είχαν την ίδια απόσταση από το κέντρο.
Ο διαβήτης ήταν ένα καρφί στερεωμένο στο κέντρο του φούρνου κι ένα σχοινί που περιστρεφόταν προς κάθε κατεύθυνση.
Οι άνθρωποι ξεκίνησαν να ψήνουν το ψωμί τους στη στάχτη ή χόβολη όπως την έλεγαν. Εκεί κατά την περίοδο της Κατοχής έψηναν την μπομπότα, που ήταν από αλεύρι καλαμποκιού (κουκλάλευρο).
Ο φούρνος έμπαινε, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του ιδιοκτήτη, μέσα στην κουζίνα, στην αυλή ή στον κήπο.
Ο προσανατολισμός του γινόταν ανάλογα, για να μην επηρεάζεται από τον αέρα, τη ζέστη και την βροχή.
Ο φούρνος αποτελείτο από 3 μέρη:
1) από τη βάση που στήριζε τον φούρνο, και που ήταν ένα χτιστό κατασκεύασμα με υποδοχές, για αποθήκευση ξύλων ή εργαλείων.
2) από τον κυρίως φούρνο, με το δάπεδο όπου ακουμπούσαν τα ψωμιά, τα ταψιά κ.ά. και με το θόλο
3) από τη στέγη, που τον προφύλασσε από τη βροχή.
ΠΙΝΑΚΩΤΗ
Τέλος, μπροστά στο φούρνο ήταν το πεζούλι, για να ακουμπάει η νοικοκυρά την μασιά, το φτυάρι, την πινακωτή με τα ζυμάρια και το ξύλο με το πανί (ξεπανιστήρι), για το σκούπισμα της χόβολης.
Τα ψωμιά, μέσα στο φούρνο, ακουμπούσαν σε πυρότουβλα ή ασπρόχωμα. Δεν έβαζαν πλάκες στον φούρνο, γιατί αυτές με το κάψιμο γίνονταν ασβέστης κι ο φούρνος χαλούσε.
Ο μάστορας, σαν τελείωνε την κατασκευή, έκαιγε το φούρνο με πολλά χοντρά ξύλα, μέχρι να λιώσει το γυαλί, από ένα σπασμένο μπουκάλι, και να γίνει νερό.
Στα χωριά, κάθε σπίτι είχε και τον δικό του φούρνο.
ΜΥΛΩΝΑΣ
Οι άνθρωποι από τότε που ανακάλυψαν το σιτάρι και τα άλλα δημητριακά, βρέθηκαν στην ανάγκη να το αλευροποιήσουν για να κάνουν το ψωμί και τα γλυκά τους.
Ο πρώτος μύλος ήταν 2 επιφάνειες, που χτυπιούνταν μεταξύ τους, π.χ. 2 πέτρες (εάν στη μέση βάλουμε σπόρους, αυτοί, με πολλά χτυπήματα γίνονται σκόνη).
Μετά βρέθηκε ο τρόπος της τριβής και τέλος της περιστροφής, με τις γνωστές μυλόπετρες.
Η κάτω πέτρα ήταν σταθερή κι η πάνω περιστρεφόταν. Η περιστροφή σε μικρό μύλο γινόταν με το χέρι και με δύναμη ζώου, αέρα ή νερού.
Οι ανεμόμυλοι ήταν συνήθως σε υψώματα, για να δέχονται τα πανιά της φτερωτής μεγάλη δύναμη του αέρα. Στη συνέχεια, η κίνηση μεταδιδόταν στον κεντρικό άξονα, που έστρεφε το πάνω λιθάρι.
Οι νερόμυλοι ήταν σε χαμηλά μέρη, όπου περνούσε νερό. Εκεί, περνούσε το νερό μέσα από το βαγένι, που ήταν φαρδύ στο πάνω μέρος και στενό κάτω και κατευθυνόταν στις ακτίνες της φτερωτής. Τούτο ήταν ξύλινο, σαν βαρέλι, ή σιδερένιο ή τσιμεντένιο. Τα λιθάρια γύριζαν και δέχονταν το σιτάρι, που έπεφτε στο κέντρο απ’ τη χούρχουρη, που γέμιζε απ’ το σιτάρι που έριχνε ο μυλωνάς.
Το σιτάρι έβγαινε ψιλοκομμένο, φαρίνα, χοντροκομμένο ή πλιγούρι για τραχανάδες, ανάλογα με τη θέληση του μυλωνά. Με ειδικό μοχλό μετακινούσε το πάνω λιθάρι και έτσι μίκραινε ή μεγάλωνε το άνοιγμα μεταξύ τους. Πολλές φορές κρατούσε την κουτάβα ή χελώνα, που ήταν σα σφήνα και μ’ αυτή ανακάτευε το σιτάρι, για να αλέθεται ομοιόμορφα. Με το μπόμπολα ή τη μπουρού, που ήταν ένα μεγάλο κοχύλι, ο μυλωνάς ειδοποιούσε τους χωρικούς ότι πάει στο μύλο.
Ο μυλωνάς, για αμοιβή, έπαιρνε μερικές οκάδες (1 οκά = 1282 γραμμάρια, ίσχυε μέχρι 31/3/1959) ή κιλά αλεύρι, κατά το έθιμο. Τούτο ήταν το λεγόμενο Ξάι 10%. Αν οι πελάτες μπορούσαν να πληρώσουν με χρήματα, έπαιρναν όλο το αλεύρι τους.
ΣΑΛΕΠΙΤΖΗΣ
Από τους αρχαίους χρόνους, οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν μυρωδικά, μπαχαρικά, αρωματικά βότανα και χίλια δυο άλλα είδη. Μεταξύ αυτών και σαν αφέψημα, χρησιμοποίησε και το σαλέπι. Στα αραβικά, σάχλεμπ σημαίνει σαλέπι. Παρασκευάζεται από ξηρούς κονδύλους(ρίζες) διαφόρων ορχεοειδών φυτών. Οι κόνδυλοι αλέθονται και η σκόνη τους βράζεται με ζάχαρη και μέλι. Είναι μαλακτικό ποτό, διαδεδομένο ιδιαίτερα στην Ανατολή και στην Ελλάδα. Τα σαλέπι είναι, λοιπόν, μια άσπρη σκόνη σαν αλεύρι. Την σκόνη αυτή την παίρνουν από αποξηραμένους βολβούς φυτού, που φύεται αρκετά και στα μέρη μας. Είναι μικρός βολβός (σαλέπι= σερνικοβότανο), σαν το κοκκάρι και την άνοιξη βγάζει ένα μικρό μπλε λουλουδάκι. ΣτηνΆνδρο βγαίνει από τις ΒΥΖΟΥΡΙΕΣ, που έχουν μακρύ κόνδυλο και δεν βγάζει λουλούδια. Στη δύση δεν διαδόθηκε πολύ, παρά τις θαυματουργές ιδιότητες του.
Ο Σαλεπιτζής λοιπόν, ήταν ένας άνθρωπος που κρατούσε στο ένα χέρι ένα μεγάλο σαμοβάρι και στο άλλο ένα καλαθάκι, με τα πλαστικά, τώρα πια, ποτηράκια και τη ζάχαρη. Είχε βράσει από το σπίτι του το νερό με το σαλέπι. Στη βάση του σαμοβάρι είχε αναμμένα κάρβουνα, για να διατηρεί ζεστό το νερό. Δίπλα από το σαμοβάρι, είχε το ειδικό τραπεζάκι, για να στηρίζει την ζάχαρη, την κανέλλα και το δοχείο με το νερό, για να ξαναφτιάξει, αν του χρειαζόταν. Για το βράδυ, υπήρχε και μια λάμπα (θυέλλης), που φώτιζε τον χώρο. Στην πλάτη, είχε πάντα κρεμασμένο ένα ξύλο, σαν τόξο, για να κρεμάει το σαμοβάρι και τη λοιπή πραμάτεια, σαν άλλαζε στέκι.


ΛΟΥΣΤΡΟΣ
Παλιότερα που ο κόσμος περπατούσε σε χωμάτινους δρόμους, τα παπούτσια σκονίζονταν ή λασπώνονταν εύκολα. Τότε γνώρισε άνθηση και το επάγγελμα του λουστραδόρου. Αυτός με ένα κασελάκι μπροστά του, αληθινό κομψοτέχνημα, και γύρω του να κρέμονται οι βούρτσες και τα βερνίκια με τα διάφορα χρώματα, καθόταν σε ένα χαμηλό σκαμνάκι, στην αρχή της πλατείας, περιμένοντας υπομονετικά. Για να προσελκύσει τους πελάτες γινόταν ταχυδακτυλουργός ή χτύπαγε ρυθμικά το κασελάκι, Ο πελάτης πλησίαζε κι άπλωνε, όπως ήταν όρθιος, πρώτα το δεξί πόδι Πάνω στην ειδική μεταλλική θέση της κασέλας κι έπειτα το άλλο. Έτσι άρχισε η «ιεροτελεστία» του βαψίματος…







Πλανόδιος Μανάβης
Ο πλανόδιος μανάβης ήταν από τους πιο αγαπητούς μικροπωλητές στα χωριά. Σ’ αυτό δεν συντελούσε μόνο η εξυπηρέτηση και η προμήθεια των απαραίτητων τροφίμων στην οικογένεια του χωρικού αλλά η καθημερινή επαφή με τις νοικοκυρές δημιουργούσε μια φιλική σχέση που τη διέκρινε η αμοιβαία εμπιστοσύνη. Ο μανάβης ιδιαίτερα όταν αυτός ήταν ευχάριστος και κοινωνικός άνθρωπος ενημέρωνε τις νοικοκυρές για όσα γίνονταν στον κόσμο. Βλέπετε τότε δεν υπήρχαν τα ΜΜΕ και ο μανάβης αποτελούσε ένα μέσο ενημέρωσης. Αυτός θα μετάφερε και τα διάφορα νέα από χωριό σε χωριό.
Το επάγγελμα του μανάβη πέρασε και αυτό διάφορα στάδια εξέλιξης. Τα πρώτα χρόνια ο πλανόδιος μανάβης χρησιμοποιούσε ένα από τα πιο συμπαθητικά ζώα, το γαϊδουράκι που από εδώ και πέρα θα το βλέπουμε όλο και πιο σπάνια. Το φόρτωνε με κοφίνια και από τις δύο πλευρές του. Μέσα είχε διάφορα ζαρζαβατικά ανάλογα με την εποχή γιατί τότε δεν υπήρχαν θερμοκήπια και στην αγορά διακινούνταν μόνο τα εποχιακά. Μετά από λίγα χρόνια και σε συνδυασμό με την οικονομική επιφάνεια του μανάβη το γαϊδουράκι αντικαταστάθηκε από το άλογο ή από το δίτροχο κάρο. Έπρεπε να φροντίζει ο μανάβης για την καλή κατάσταση του ζώου και τη διατροφή του, να το ξεκουράζει συχνά και να του δίνει νερό. Απαραίτητα εργαλεία: η ζυγαριά (κρεμαστή) οι οκάδες και τα δράμια που αργότερα έγιναν κιλά και γραμμάρια. Την εποχή πριν το 1940 οι άνθρωποι στα χωριά δεν πλήρωναν με χρήματα. Οι συναλλαγές γίνονταν με είδος.
     Ο κάμπος ήταν φυτεμένος με διάφορα οπωροφόρα δέντρα και καλλιεργούσαν κηπευτικά. Ήταν τα λεγόμενα περιβόλια του κάμπου. Εκεί κάθε κηπουρός ή περιβολάρης καλλιεργούσε τα προϊόντα: πατάτες, τομάτες, μελιτζάνες, φασολάκια κ.ά. καλλιέργειες φρούτων και ζαρζαβατικών. Επίσης χειμερινά κηπευτικά όπως κουνουπίδια λάχανα, σέλινα, μαρούλια, κρεμμύδια κ.ά.
Πώς τα πουλούσαν
Κάθε περιβολάρης μάζευε τα προϊόντα και τα τοποθετούσε σε διάφορα κοφίνια. Τα μεγάλα κοφίνια τα έλεγαν “ανδρικά” και τα πιο μικρά “καφάσια”. Τα κηπευτικά αυτά κάθε πρωί τα φόρτωναν στα άλογα ή τα γαϊδούρια και πήγαιναν καιτα πουλούσαν στα περίχωρα. Είχαν μαζί τους και την “πελάντζα” δηλαδή τη ζυγαριά για τις μικρές ποσότητες. Για τις μεγάλες ποσότητες π.χ ένα τσουβάλι πατάτες, είχαν τα “καντάρια”. Γύριζαν λοιπόν σε όλο το Κρανίδι και διαλαλούσαν τα προϊόντα φωναχτά ώστε να βγουν οι νοικοκυρές να ψωνίσουν τα προϊόντα τους. Πουλούσαν την πραμάτεια τους στις καλύτερες τιμές διότι τα καλλιεργούσαν μόνοι τους και δεν μεσολαβούσαν οι έμποροι. Είχαν μεγάλη πελατεία σε κάθε γειτονιά επειδή όλοι ήξεραν ότι ήταν φρέσκα και φτηνά. Όταν ξεπουλούσαν πήγαιναν στις ταβέρνες δυο-δυο μανάβηδες φίλοι, έπαιρναν ένα μεζέ και τέλος έκαναν διάφορα ψώνια για τις ανάγκες της οικογένειας. Κατά το μεσημεράκι γύριζαν πάλι στη δουλειά τους. Αυτό γινόταν καθημερινά και έτσι ήταν το επάγγελμα τους.

Νερουλάς = Υδρονομέας = Νεροκόπος

Στην παλιά Αθήνα που δεν υπήρχαν βρύσες μέσα στα σπίτια, ο νερουλάς αναλάμβανε την τροφοδότηση τους με νερό. Υπήρχε συνήθως ένας νερουλάς σε κάθε γειτονιά και είχε σταθερή πελατεία .
Έκανε πολλά κοπιαστικά δρομολόγια και αμειβότανε περίπου 1 δεκάρα τον τενεκέ. Το επάγγελμα του νερουλά διατηρήθηκε μέχρι το 1930, οπότε ιδρύθηκε η ΟΥΛΕΝ.




Νερουλάς στο Μαρούσι ήταν και ο Σπύρος Λούης, ο πρώτος νικητής του Μαραθωνίου δρόμου στους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες το 1896 στην Αθήνα.
Υαλοποιός
Το γυαλί ήταν γνωστό στους ανθρώπους από πολύ παλιά. Τότε το γυαλί ήταν υλικό που το χρησιμοποιούσαν μόνο οι πλούσιοι. Οι Ρωμαίοι ήταν οι πρώτοι που έκαναν το γυαλί διαφανές.
     Ο τεχνίτης μάζευε τον πολτό στην άκρη ενός σιδερένιου σωλήνα, το καλάμι. Τον τοποθετούσε σ’ ένα ειδικό τραπέζι, το μάρμαρο, και τον γύριζε έτσι ώστε να του δώσει σχήμα σφαίρας. Όταν το πετύχαινε αυτό, φυσούσε μέσα στο καλάμι με δύναμη. Η σφαίρα του γυαλιού φούσκωνε σαν μπάλα και έτσι μπορούσε να την πλάσει σε καράβα ή βάζο.
     Ο τεχνίτης την ώρα της δουλειάς φορούσε πέτσινη ποδιά για να μην καεί από το ζεστό υλικό. Τα εργαλεία του ήταν: φόρμες, ψαλίδια και πένσες.
Πηγές : 9dimlarislar , http://mouziloeyrytanias.wordpress.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου